Ο Πωλ Τόμας Άντερσον είναι αυτή τη στιγμή ο μοναδικός μάλλον σκηνοθέτης που ενώ έχει πολλά ακόμη να δώσει, υπολογίζεται ήδη στους διαχρονικά κορυφαίους, ανεξάρτητα από το ύφος και χωρίς κατηγοριοποιήσεις. Είναι μια κατηγορία από μόνος του, όπως οι περισσότεροι μεγάλοι καλλιτέχνες. Συνήθως, η διαπίστωση γίνεται αφού αναχωρήσουν από αυτό τον περίεργο πλανήτη, αλλά γι’ αυτόν είναι ήδη σαφές τώρα, που βρίσκεται στο απόγειο. Έχει συμβεί και σε άλλες εποχές του σινεμά, όπως για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ ή τον Μάρτιν Σκορτσέζε, μεταξύ άλλων.
Δεν ήταν λαμπερή όλη η πορεία, για παράδειγμα το “Punch, Drunk, Love” (2002) έδειχνε προς μια κατεύθυνση, αλλά δε μου άρεσε. Υπάρχει μια έκφραση που χρησιμοποιείται κατά καιρούς σε σχόλια και κριτικές: «ο καλλιτέχνης έχει κατακτήσει τα εκφραστικά του μέσα». Πέρα από το γεγονός ότι ακούγεται κάπως -δεν ξέρω γιατί- κωμική, περιέχει ένα πολύ σημαντικό νόημα. Και ναι, τότε, στο ξεκίνημα, ο Άντερσον δεν είχε υπό τον έλεγχό του τα εκφραστικά του μέσα, γι’ αυτό και η πρώτη του αυτή ταινία βγήκε κάπως περίεργα ασαφής. Πολύ μέτρια κινήθηκε και η μόλις προηγούμενη, η “Licorice Pizza” (2021), σε βαθμό που να υποψιάζεται κανείς ότι πάει, το ’χασε.

Ακολουθεί λίγη σιωπή και ξαφνικά, ανακοινώνεται ότι γίνονται γυρίσματα για την φετινή, “One Battle After Another”, όπως και τα ονόματα στους πρώτους ρόλους, για να μη μείνει αμφιβολία ότι το στοίχημα είναι «ή όλα ή τίποτα», όπως και έπρεπε, εδώ που τα λέμε.
Δεν είναι δυνατόν, ο σκηνοθέτης μιας από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, του “There Will Be Blood” (2007), να έχει χάσει την έμπνευσή του και τη δυναμική του τόσο νωρίς.
Όχι, δεν έχει υποχωρήσει στο παραμικρό. Αυτή είναι η εντύπωση μετά την παρακολούθηση της ταινίας και θα συνιστούσα να τη δείτε στη μεγάλη οθόνη, σε κινηματογραφική αίθουσα, γιατί ελπίζω ότι θα προβληθεί πάλι, καθώς ξεκίνησαν οι υποψηφιότητες και οι βραβεύσεις. Ναι, γνωρίζουμε πλέον ότι όλο και κάποιος, ή περισσότεροι/ες, θα βλέπουν με το ένα μάτι την ταινία και με το άλλο το κινητό τους, αποσπώντας την προσοχή όσων θέλουν να αποκομίσουν κάτι από το έργο, κατάσταση που έχει παγιωθεί πλέον ακόμη και στο θέατρο. Τι να πούμε πια, αν και πρέπει να ειπωθούν πάρα πολλά.

Σεβασμός και στους σεναριογράφους, που δεν είναι άλλοι από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον συγγραφέα Τόμας Πίντσον, για την ελεύθερη απόδοση του μυθιστορήματός του, “Vineland” (1990). Ακριβώς επειδή είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι, έχουν φροντίσει να μην εκμεταλλευτούν το βιβλίο μόνο για τις εντυπώσεις. Την ίδια στιγμή, από τις ταινίες του Άντερσον είναι η πιο εντυπωσιακή ως τώρα, με αναπάντεχα γρήγορο ρυθμό. Θέλει να ξαναπεί ότι μπορεί να γίνει και πιο εμπορικός (πρώτα με το “Boogie Nights”, το 1997). Ήταν καιρός πια, γιατί ακόμη και οι κορυφαίες ταινίες που έκανε με τον Ντάνιελ Ντεϊ Λιούις (η δεύτερη ήταν το “Fantom Thread”, 2017), από τις οποίες του έχουν απονεμηθεί όλα τα βραβεία πρώτου ανδρικού ρόλου που μπορεί να φανταστεί κανείς, είχαν έναν ιδιοπαθή ρυθμό. Τόσο πολύ Άντερσον, που ναι, σωστός για τον καιρό τους, αλλά κάτι έπρεπε να γίνει.

Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο τρέχει να σώσει τη ζωή του και οτιδήποτε, αν σώζεται, μόνο που πρόκειται για το δικό του ανυπόφορο φορτίο από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει.
Θα λείπει πάντα λίγο ειδικό βάρος από τον Ντι Κάπριο. Μάλλον το έχει πάρει απόφαση και ο ίδιος. Αναλογικά, ο Τομ Κρουζ έχει καλύψει το δικό του έλλειμμα λίγο περισσότερο. Απίστευτη η απόδοσή του στο “Magnolia” (1999), του Άντερσον βέβαια. Επιβεβαιώνεται ότι αν είναι κορυφαίος ο σκηνοθέτης, όχι απλά πολύ καλός, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Όμως, το εύρος των ρόλων που αναλαμβάνει είναι τελικά μικρότερο από αυτό που επιδιώκει ο Ντι Κάπριο. Ο οποίος, με όση περισσότερη ένταση αντέχει, αναμετράται με όλο το διαθέσιμο εύρος σεναρίων, χαρακτήρων, σκηνοθετών, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων και ενός Όσκαρ (The Revenant). Αν επιλεχθούν σωστά ένας-δύο ρόλοι ακόμη, σ’ αυτό εδώ το επίπεδο, κλείνει το θέμα.

Η Τιάνα Τέυλορ είναι υπεραφοσιωμένη ως αυτόκλητος σωτήρας, στην εξουδετέρωση κάθε εξουσιαστή, αλλά βρίσκεται να τρέχει κι αυτή να σωθεί μετά από μια σειρά ερασιτεχνισμών, τους οποίους η ίδια θεωρούσε ως ύψιστη προσφορά προς την ανθρωπότητα.
Έχει μια μόνιμα σωματοποιημένη ένταση, ακραία, όπως και στο πρόσωπό της, από την οποία μπορεί να βγει ένα συμπέρασμα και για τις ικανότητες όσων είναι υπεύθυνοι για το casting, οι οποίοι στις περισσότερες παραγωγές κάνουν θαύματα, όπως εδώ.

Ο χαρακτήρας του Σων Πεν είναι ο πιο δραματικός και συμπλεγματικός που έχει ερμηνεύσει ποτέ. Η σύγχυση που έχει επιφυλάξει στον εαυτό του είναι μια υπερρεαλιστική video art από μόνη της. Περισσότερα για την απίστευτη αυτή εμφάνιση, μόνο στην οθόνη, όχι στα λόγια. Είναι ταινία μέσα στην ταινία.

Η Τσέις Ινφίνιτυ, ως η κόρη όλων τους, αναγκάζεται να ενηλικιωθεί γιατί πρέπει να γλιτώσει από τις ακραία ψυχαναγκαστικές, εγκληματικές, παθολογικές ενέργειες των γονιών της -αγαπημένο θέμα του αμερικανικού κινηματογράφου, διαχρονικά. Γιατί άραγε, αναρωτιέμαι.
Ο μόνος που την υποστηρίζει άνευ όρων της φαίνεται αντιπαθής, αλλά πολύ περισσότερα μπορούν να διακρίνουν οι ειδικοί. Οι τουλάχιστο τριγωνικές σχέσεις που περιγράφονται, μπορούν να γίνουν αφορμή για να γραφούν τόμοι, να γίνουν αναρτήσεις, ολόκληρες σειρές podcasts, ό,τι προαιρείσθε.

Ο Τόμας Πίντσον είναι πολυεπίπεδος, το ίδιο και ο Πωλ Τόμας Άντερσον -αποδείχθηκε ήδη στο “Inherent Vice” (2014), την προηγούμενη συνεργασία τους με πρωταγωνιστή τον Γιοακίν Φοίνιξ– το ίδιο και όλοι οι συντελεστές, όλα τα σκηνικά, το μοντάζ, όλη η κορύφωση προς το τέλος.
Από τη συμμετοχή όλων των ηθοποιών στους υπόλοιπους ρόλους, αποδεικνύεται για πολλοστή φορά η ύπαρξη αστείρευτων δεξαμενών ταλέντου, στις οποίες ελάχιστα συμμετέχουμε. Πώς το καταφέρνουν;;;;;; Εδώ όλα αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν. Είναι μόνον η αρχή της αρχής μιας άλλης συζήτησης.

Την ταινία διαπερνά μια βασική ιδέα, μια διαδοχή μαχών που από ένα σημείο και πέρα γίνεται εξουθενωτική, φτάνει σε μια οροφή όπου οι εμπλεκόμενοι, όλοι μας, παίρνουμε μια ανάσα και μετά, άντε πάλι από την αρχή. Υπονοείται μια παγίδα που κάνει κύκλους; Όλα αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν;
Αν κρίνετε ότι θα χρειαστεί να συμβουλευτείτε το κινητό σας στη διάρκεια της προβολής, μην πάτε. Είναι κρίμα.

Μη χάσετε ούτε μια στιγμή από τη φαινομενικά απλουστευμένη ερμηνεία του Μπενίτσιο Ντελ Τόρο. Θα με θυμηθείτε.
