Χαμένη κόρη και Άμνετ, ως απώλεια

Είναι δύσκολο να μείνουν εντυπώσεις από την περιγραφή μιας ταινίας που δεν περιέχει εντυπωσιασμούς. Στη «Χαμένη κόρη» (Lost Daughter), οι Σπέτσες κινηματογραφούνται χωρίς τις υποχρεωτικές χρωματικές αντιθέσεις μεταξύ απέραντου γαλάζιου και απόλυτου ηλιοβασιλέματος. Είναι ένα δεδομένο που λείπει. Ακόμα και οι ξαπλώστρες είναι αυτές που είναι, τίποτε άλλο.

Οι σκούρες αποχρώσεις επιδερμίδας είναι σε έλλειψη, όπως και οι ρυτίδες υπερφυσικής σοφίας. Ενδυματολογικά, οι ηθοποιοί φορούν ρούχα τα οποία θα μπορούσαν να είναι τα δικά τους, στις δικές τους διακοπές. Άλλωστε, η Olivia Colman μόλις έφτασε. Θα της προκύψουν περίεργες συνδέσεις με τους θαμώνες της παραλίας, αλλά δεν έχει ακόμη την παραμικρή ιδέα. Το θρυλικό, αφαιρετικό ανάγλυφο των νησιών δεν θα έχει την παραμικρή επίδραση, δεν θα τους κάνει ποιητές. Ο άνεμος δεν είναι αρκετός για να κυματίζουν τα μαλλιά τους και τα ρούχα τους συντονισμένα, προς το υπερπέραν. Άλλα απασχολούν τους περισσότερους στο παρασκήνιο. Η διεύθυνση φωτογραφίας το υπονοεί, αφήνοντας αρκετό κόκκο αμφιβολίας στην εικόνα, τόσο όσο.

Από την έναρξη, ο πρώτος σκοπός που επιτυγχάνεται είναι να αντιληφθούμε ότι όλους, κάτι τους τρώει από μέσα τους. Προοδευτικά αυτό αποκτά τόση σημασία, ώστε λίγο ακόμη και θα μπορούσαμε να κατατάξουμε την ταινία στα θρίλερ. Η O. Colman κάνει διακοπές γιατί προσπαθεί να ηρεμήσει, βρίσκεται σε διαδικασία πένθους, ή όπου να ’ναι θα αποφασίσει να εξαφανιστεί; Από αυτή την άποψη, λίγη περισσότερη ένταση θα βοηθούσε. Αυτή η επιλογή δεν έγινε και νομίζω ότι σε ορισμένα σημεία αδικεί το τελικό αποτέλεσμα.

Ο Ed Harris καταρρέει γιατί είναι πολύ ηλικιωμένος ή γιατί είναι φορτωμένος με ανεπίλυτα θέματα; Όλα μαζί, θα μου πεις. Μόνο τη Dakota Johnson καταλαβαίνουμε άμεσα. Αυτό που την απασχολεί, είναι βαρύ. Όπως αξίζει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να ανακαλύψουμε με βραδυφλεγή ρυθμό το γιατί η O. Colman αισθάνεται ότι ταυτίζεται αυτοστιγμή με την πρώτη. Το βλέμμα της D. Johnson εκπέμπει τόσο καθαρά το λάθος, ώστε ίσως και να πρόκειται για την καλύτερη ερμηνεία της ως τώρα.

Σεναριακά, αυτό είναι συνειδητή επιλογή των Maggie Gyllenhaal και Elena Ferrante. Για τη δεύτερη δε χρειάζονται συστάσεις, χάρη στη δυσθεώρητη επιτυχία της Τετραλογίας της Νάπολης. Η «χαμένη κόρη» είναι ο τίτλος του τέταρτου βιβλίου, αλλά το σενάριο της ταινίας είναι πολύ διαφορετικό. Όσοι και όσες έχουν διαβάσει το βιβλίο θα βρουν ομοιότητες, αλλά ως εκεί. Ας κάνουμε την εικασία ότι η ταινία υποδεικνύει μια διαφορετική εκδοχή του τέταρτου βιβλίου, η οποία δεν είχε βρει ακόμη διέξοδο. Ίσως να βοήθησαν και οι Σπέτσες. Πάντως, το σενάριο είναι πολύ καλό και η επιτυχημένη διασκευή του βιβλίου οφείλεται στη M. Gyllenhaal, η οποία ήταν υποψήφια για το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου. Θίγει κενά στα πλαίσια σχέσεων, αιωρούμενες απειλές, ορισμένες από τις οποίες ενδέχεται να έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, όπως και στρεβλώσεις της πραγματικότητας που λειτουργούν σαν ντόμινο. Το τελευταίο πλακάκι που θα πέσει, φαίνεται ήδη. Η M. Gyllenhaal, αν και δε χρειάζεται συστάσεις ως ηθοποιός, το πιστεύει αυτό που διακυβεύεται και τα πηγαίνει περίφημα στην πρώτη σκηνοθετική της προσπάθεια.

Η ταινία είναι γυρισμένη σε τόπο διακοπών που δημιουργεί πάντα πολλές προσδοκίες, αλλά μην αναμένετε σκηνές δράσης που «κόβουν την ανάσα».

Η ταινία είναι χαμηλόφωνη, αλλά δεν είναι χαμηλών τόνων. Ορισμένοι από τους χαμηλούς τόνους όμως, θα μπορούσαν να είναι υψηλότεροι.      

Και γιατί να βρεθεί στην ίδια ανάρτηση ένα σχόλιο για το πρόσφατο «Άμνετ» (Hamnet); Για την Jessie Buckley. Όσοι και όσες έχουν δει τη «Χαμένη κόρη», αντιλήφθηκαν ότι η ταινία δεν έχει ως μοναδική πρωταγωνίστρια την O. Colman και ότι οι ρόλοι των J. Buckley και D. Johnson είναι σχεδόν στο ίδιο επίπεδο σημαντικότητας. Ο ρόλος της D. Johnson ίσως ακολουθεί κρατώντας απόσταση ενός βήματος, αλλά μήπως ο ρόλος της J. Buckley βρίσκεται μισό βήμα πιο μπροστά ακόμη και από αυτόν της O. Colman;

Με αφορμή τη σαρωτική προσωπικότητα που υποδύεται ο Peter Sarsgaard, η J. Buckley σαρώνει τον εαυτό της και πραγματοποιεί μια ερμηνεία που ανεβάζει την ταινία και την κάνει τελικά να εκπληρώνει τις προσδοκίες των θεατών.

Όχι όλες τις προσδοκίες όμως, όχι.

Στο «Άμνετ», ως Agnes Hathaway, προχωρά σε μια ακόμη επικίνδυνη επιλογή, με τον Paul Mescal ως Will, τον συγγραφέα που δεν γνώριζε ότι θα καθορίσει τόσα πολλά για το μέλλον του θεάτρου. Η Agnes ήταν οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του, ήδη έγκυος, ενώ ο πατέρας του Will, βίαιος και με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είχε χρεοκοπήσει. Αλλά η πραγματική απειλή θα έρθει τελικά απ’ έξω και προκαλεί ένα απέραντο τραύμα, αναμεμιγμένο με μεταφυσικές αντιλήψεις. Υπάρχει πλέον χώρος για την ανάπτυξη μιας ξεχωριστής μυθιστορίας. Ήταν πράγματι αυτές οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Σαίξπηρ εμπνεύστηκε τον Άμλετ; Ταυτίζονται οριστικά τα ονόματα Άμνετ και Άμλετ1; Είχε πράγματι κληρονομήσει η ηρωίδα τις απόψεις της μητέρας της, με αποτέλεσμα ο γιος της να προχωρήσει στην πράξη αυτοθυσίας που περιγράφεται;

Στην ταινία, δεν περιέχεται η παραμικρή θριαμβολογία για ό,τι κατάφερε ο William Shakespeare και ό,τι αυτό συνεπάγεται ως σήμερα. Δεν είναι αυτή η κατεύθυνση, ενδιαφέρουν μόνον οι εσωτερικές σχέσεις.

Οι σεναριογράφοι, Chloé Zhao και Maggie O’Farrell αποφάσισαν συνειδητά να παραμερίσουν τα περισσότερα από τα στοιχεία που διαθέτουν οι ιστορικοί και τις εκδοχές που έχουν υποστηριχθεί από άλλους κινηματογραφικούς δημιουργούς. Αυτό που επιχειρεί στο βιβλίο της η M. O’Farrell είναι μια μελέτη απώλειας, η οποία είναι πιθανόν ότι κατάγεται από σοβαρά θέματα υγείας που αντιμετώπισε η ίδια στην παιδική της ηλικία2.

Η Agnes αναδεικνύεται ως μια εγγύηση που έχει εξασφαλίσει ο Will στο παρασκήνιο, ενώ με την έντονη προσωπικότητα και αίσθηση ανεξαρτησίας που τη χαρακτηρίζουν, θα έπρεπε να είχε αρνηθεί τη μεταξύ τους απόσταση. Υπέροχη η J. Buckley στην ανάδειξη αυτής της αντίφασης και της επιλογής, ως Agnes, να παραμείνει στο Stratford με τα παιδιά τους. Χωρίς βαθμούς ελευθερίας, ο Will δε θα έβρισκε αυτό που κρυβόταν μέσα του.

Ειδική μνεία χρειάζεται να γίνει για την C. Zhao ως σκηνοθέτη, η οποία ξεπέρασε με μεγάλη επιτυχία το αξιοπερίεργο ατύχημα που της συνέβη με τους “Eternals”, ενώ ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός και είχε πλήρη ορατότητα. Μπράβο και ευτυχώς.

Με την επισήμανση μιας μάλλον σύντομης στασιμότητας στο μέσο περίπου, όπου θα έπρεπε ίσως να δοθούν περισσότερα στοιχεία τόσο για τη ζωή του Will στο Λονδίνο, όσο και για την επίδρασή της στην έλλειψη άμεσης σύνδεσης με την οικογένειά του, η ταινία προτείνεται ανεπιφύλακτα. Με την προϋπόθεση ότι δεν αναζητάτε σκηνές δράσης που «κόβουν την ανάσα».

Στο μεταξύ, έχει ήδη προβληθεί η δεύτερη σκηνοθετική προσπάθεια της M. Gyllenhaal (Η Νύφη!), στην οποία συνεργάζεται ξανά με τη J. Buckley.

Για τη δημιουργία κειμένων και εικόνων δεν χρησιμοποιούνται προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης και ούτε πρόκειται.

1. Ενδεικτικά: Neves, K. Hamnet, Hamlet, and the Question of Grief. Utah Shakespeare Festival. February 5, 2026. https://www.bard.org/news/hamnet-hamlet-and-the-question-of-grief/

2. Moullaali TJ, Scott S I Am, I Am, I Am: Seventeen Brushes With Death, by Maggie O’Farrell Practical Neurology 2020;20:180. https://doi.org/10.1136/practneurol-2019-002310 https://pn.bmj.com/content/20/2/180

Διαβάστε επίσης

Μετάβαση στο περιεχόμενο